Ιστορία

Το μακρινό 1958 ο Σπύρος ο Βλάχος και η γυναίκα του η Αφροδίτη, νέο ζευγάρι τότε, αγόρασαν ένα καφενείο στην παραλία της Νεάπολης εκεί που τώρα είναι το μανάβικο του Θοδωρή του Παππούλη. Εκεί εκτός από τα ούζα και τα μεζεδάκια η κυρά Αφροδίτη έφτιαχνε κρέμες ,ρυζόγαλα και λουκουμάδες για τους τρατάρηδες που ξυπνούσαν αξημέρωτα για να πάνε για δουλειά. Έξυπνος και προοδευτικός άνθρωπος ο Σπύρος είχε σπουδάσει καραβομαραγκός και επιπλοποιός στα Κύθηρα και είχε δουλέψει και στο εμποροκάικο του πατέρα του που έκανε μεταφορές Πειραιά Κύθηρα και Κρήτη. Πριν πάρει το καφενείο είχε μια βαπορόβαρκα τη Βλάχα και με αυτήν κουβάλαγε εμπορεύματα και επιβάτες στο Μυρτιδιώτισα, που τότε ήταν το πλοίο της γραμμής και ο κύριος τρόπος επαφής με τον Πειραιά, μιας και το οδικό δίκτυο ήταν σχεδόν ανύπαρκτο. Εκείνη την εποχή η αγορά της Νεάπολης ξεκινούσε από τη γέφυρα της ποταμιάς και έφτανε έως το σπίτι της Χορβαλούς εκεί που τώρα είναι το Ερείπιο. Ο παραλιακός δρόμος που περνούσε έξω από τα μαγαζιά δεν είχε ασφαλτοστρωθεί και δεν υπήρχαν κράσπεδα. Με τους έξω καιρούς η θάλασσα έφτανε στις αυλές . Τη βραδιά που ναυάγησε το Ηράκλειο στη Φαλκονέρα, το νερό μπήκε στο μαγαζί του θυμόταν ο Σπύρος. Πηγάδια για το νερό, μουριές, ψαρόβαρκες και οι φοίνικες που βλέπουμε σε κάποιες παλιές φωτογραφίες συμπλήρωναν το σκηνικό.

Ο Σπύρος και η Αφροδίτη σκέφτηκαν να ασχοληθούν περισσότερο με τα γλυκά καθώς έβλεπαν ότι υπήρχε χώρος στην αγορά. Όμως εκείνες τις εποχές αυτοί που ήξεραν την τέχνη της ζαχαροπλαστικής ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα και η γνώση δεν κυκλοφορούσε εύκολα όπως σήμερα. Τη λύση την έδωσε ο θείος του Σπύρου ο Μαρκοπουλιώτης, που ζούσε στην Αθήνα και ήταν άνθρωπος με πολλές γνωριμίες. Αυτός έπεισε έναν φίλο του εξαιρετικό ζαχαροπλάστη, ο όποιος ήταν από την Κωνσταντινούπολη, και για κάποια χρόνια διατηρούσε μαγαζί στην Κηφισιά, να κατέβει στη Νεάπολη να μάθει την τέχνη του στην κυρά Αφροδίτη. Οι Πολίτες και οι Αιγιπτιώτες ήταν οι καλύτεροι τεχνίτες εκείνα τα χρόνια και έφεραν πολλές καινούργιες ιδέες και τεχνικές στον ελλαδικό χώρο. Έναν ολόκληρο χρόνο κάθισε στη Νεάπολη ο μάστορας και κοντά του η νεαρή τότε Αφροδίτη έμαθε τα μυστικά της ζαχαροπλαστικής ,μιας τέχνης που μοναδικό σκοπό έχει την απόλαυση. Πώς να στρώνει τη σοκολάτα στο μάρμαρο, πως να δουλεύει το παχύ σιρόπι στον πάγκο με τις σπάτουλες μέχρι να ασπρίσει για να φτιάξει το υποβρύχιο, και πώς να ελέγχει την πυκνότητα της καυτής καραμέλας ανάμεσα στα δυο της δάχτυλα χωρίς να καίγετε ,αφού τότε τα θερμόμετρα ήταν άγνωστα, για να φτιάξει τον κιγιέ, την ιταλική μαρέγκα, που με αυτήν αφράτευε την πατισερί, και εκανε τη ζεστή κρέμα ,τη βασίλισσα των κρεμών εκείνης της εποχής και λίγο αργότερα τη Σεράνο.
Όταν ο μάστορας έφυγε, η Αφροδίτη έπεσε στα βαθιά. Είχε και τρία παιδιά να μεγαλώσει, ο Νίκος ήταν στην κούνια η Ελένη και ο Παναγιώτης λίγο μεγαλύτεροι. Ζορίστηκε αλλά τα κατάφερε. Είχε αυτήν την ήρεμη δύναμη που τόσο σημαντική είναι σε αυτή τη δουλειά. Μπορούσε να δουλεύει ατελείωτες ώρες μεθοδική και αθόρυβη. Ετοιμόλογη και με καλή αίσθηση του χιούμορ ,όταν κάποιος παρατηρούσε ότι τα προϊόντα της δεν ήταν απολύτως όμοια μεταξύ τους έλεγε ότι κανένα χέρι δεν μπορεί να το καταφέρει αυτό παρά μόνο της κατσίκας ο κώλος. Τα πρώτα χρόνια τα γλυκά τα έφτιαχναν στο σπίτι και τα έψηναν στο ξυλόφουρνο του Καζαμολιά που ήταν στη γειτονιά. Τα καλοκαίρια ο Σπύρος φορούσε τη στολή του παγωτατζή και έβγαζε την παγωτομηχανή που είχε κατασκευάσει μόνος του στο πεζοδρόμιο. Ο Παναγιώτης ,παιδί τότε, θυμάται να κουβαλά τον πάγο με το ποδήλατο του από το παγοποιείο του Μπιλλίνη. Έπαιρναν και αλάτι από το Μονοπώλιο που διαχειριζόταν ο Τσαλαβούτας και ήταν δίπλα τους και έφτιαχναν τη σαλαμούρα. Έβαζαν δηλαδή τον τριμμένο πάγο στο μεγάλο κάδο της παγωτομηχανής και ρίχνοντας και αλάτι εκμεταλλεύονταν τη διαδικασία που στη χημεία λέμε κατάπτωση του σημείου τήξης. Με αυτόν τον τρόπο η θερμοκρασία μπορεί να κατέβει έως και -16 .Μέσα σε αυτό το μίγμα τοποθετούσαν ένα μικρότερο κυλινδρικό δοχείο που περιείχε το γάλα και τα άλλα υλικά του μίγματος του παγωτού και με μια ευρηματική πατέντα που αποτελείτο από ένα μοτέρ ,μια ζάντα ποδηλάτου , ένα λουρί. και κάποια γρανάζια εξασφάλιζαν την περιστροφή του. Ο κόσμος συνωστιζόταν για να δοκιμάσει το παγωτό Κασάτο που είχε το αδιαφιλονίκητο σουξέ εκείνη την εποχή,και να βάλει τραγούδια στο τζουκ μποξ.
Το 1972 μετακόμισαν στην αίθουσα του Μπιλλίνη που τότε ήταν η μεγαλύτερη στη Νεάπολη. Μεγάλο και παράτολμο το εγχείρημα αλλά πήγε καλά. Εδώ είχαν κανονικό εργαστήριο και εκτός από τα γλυκά σερβίριζαν καφέ και ποτά και καθώς τα παιδιά είχαν μεγαλώσει δούλευε όλη η οικογένεια. Για πολλά χρόνια ήταν σημείο αναφοράς στη Νεάπολη και σε όλη την περιοχή. Θυμάμαι μαθητής στο γυμνάσιο εκείνα τα χρόνια όλοι εκεί ξημεροβραδιαζόμασταν. Όταν το 1986 αναγκάστηκαν να αφήσουν το χώρο ,ο Παναγιώτης που είχε δει πως τα ζαχαροπλαστεία με καθήμενους πελάτες, που άκμασαν το εξήντα και το εβδομήντα άρχισαν να χάνουν την αίγλη τους και η τάση της εποχής πήγαινε στα εργαστήρια, σκέφτηκε ότι προς τα εκεί πρέπει να προσανατολιστούν. Έτσι πήραν το ρίσκο να εγκαταλείψουν την παραλία και να κάνουν μαγαζί αποκλειστικά προσανατολισμένο σε αυτό που ήξεραν καλύτερα από όλους . Να φτιάχνουν γλυκά! Τις γιορτές και τις καλές μέρες η ουρά έφτανε πολλά μέτρα από την είσοδο του εργαστηρίου και αν δεν είχες φροντίσει να δώσεις παραγγελία την τούρτα η το γαλακτομπούρεκο αρκετές μέρες πριν, στην καλύτερη περίπτωση θα βολευόσουν με καμιά τούρτα παγωτό που υπήρχε σε απόθεμα. Εκεί θυμάμαι τελευταία φορά την κυρά Αφροδίτη σε προχωρημένη ηλικία στην άκρη του πάγκου δίπλα στη νύφη της τη Ρούλα που είχε αναλάβει το καινούργιο εργαστήριο , να κάνει τα ποιο ομορφοφτιαγμένα και φίνα κανταΐφια που έχω δει.
Εμείς πήραμε το μαγαζί από τη Ρούλα και τον Παναγιώτη όταν μετά από τριάντα πέντε χρόνια σκληρής δουλειάς και προσφοράς αποφάσισαν πως είναι η ώρα να αποσυρθούν. Έχοντας επίγνωση των εξήντα πέντε χρόνων ιστορίας του χώρου διατηρήσαμε αρκετές συνταγές από τα παλιά και κάποιες άλλες τις προσαρμόσαμε γευστικά στο σήμερα ,κρατώντας την αισθητική και την φιλοσοφία τους και βέβαια προσθέσαμε και αγαπημένα γλυκά από τη δική μας ιστορία και συνεχίζουμε και προσθέτουμε καινούργια πράγματα ,γιατί η εξέλιξη ποτέ δεν σταματάει. Όμως περισσότερο σημαντικό από τις συνταγές και την τεχνογνωσία νομίζω είναι το όνομα, η θύμηση, το αποτύπωμα που άφησαν πίσω τους αυτοί οι άνθρωποι, που με τη δουλειά τους ομόρφυναν και γλύκαναν τις ωραίες στιγμές αναρίθμητων συνανθρώπων τους για τρεις ολόκληρες γενιές ,όνομα που οφείλετε στη συνέπια ,στην ειλικρίνεια, στη σημασία που έδειχναν στην καθαριότητα του χώρου και στην εξυπηρέτηση του κόσμου, στη μέχρι εμμονής αναζήτηση και επιλογή των καλύτερων πρώτων υλών , στην αγάπη για αυτή την τέχνη , που τους χαρακτήριζε, και το θεωρώ ανεκτίμητη κληρονομιά μιας και εμείς τις ίδιες αρχές πρεσβεύουμε.

Περισσότερα άρθρα